Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Χαμένος στα “νερά” σου..

Απόγευμα! Μ΄ αρέσει όταν είσαι τόσο ήρεμη. Μ’ αρέσει να σε κοιτάω. Να αρμενίζω μέσα στο ατελείωτο σου γαλάζιο. Κανένα σύμβολο, καμιά ιδέα, κανένας θεός δεν έχει τόση επιρροή πάνω μου, όσο έχεις εσύ. Εσύ που τα ξέρεις όλα για μένα. Εντελώς μηχανικά το μάτι μου σταματά σε μια πέτρα. Ναι από εκείνες τις πλατιές που πετούσαμε μικροί. Δεν ξέρω γιατί αλλά χαμογελάω σαν χαζό.
Βλέπω ξαφνικά μπροστά μου ένα μικρό ζιζάνιο να μαζεύει πέτρες. Πετάει την μια και την βλέπει να χορεύει με το κύμα. Ο ενθουσιασμός του με οδηγεί σε ένα αμήχανα χαζό γέλιο. Στην δεύτερη του προσπάθεια η πέτρα κάνει μια μεγάλη βουτιά και ο μικρούλης με δεμένα τα χέρια και μουτρωμένη φατσούλα κάθεται στην άμμο. Το πλησιάζω και απλώνω το χέρι μου πάνω στο κεφάλι του. « πέτα  αυτή», του λέω δίνοντας του την πέτρα που κρατάω. Αυτός ενθουσιασμένος σηκώνεται την πέτα και ξεσπά σε αναφωνήματα και χορευτικά. Γυρίζει προς σε εμένα και μου χαμογελά. Ώσπου ένα δυνατό κύμα τον κτυπά και τον μετατρέπει σε άμμο.
Κι όμως δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω αν είναι περήφανος για μένα. Πάντα το ίδιο κάνεις, μου γαληνεύεις την ψυχούλα και μετά αγριεύεις. Χτυπάς με φόρα στα ταξίδια του νου και με προσγειώνεις στα νερά σου. Πάντα τόσο ήρεμη, όμως από την μια στιγμή στην άλλη άγρια, αφρισμένη, έτοιμη  να φέρεις τα πάνω κάτω. Μην μου το αρνηθείς. Σε έχω μάθει καλά ποια. Πως τα καταφέρνεις κάθε φορα να μου θυμίζεις εμένα;  Ισως γι’ αυτό να σε θαυμάζω τόσο. Τόσο γοητευτική, τόσο μυστήρια και ερωτεύσιμη, όμως κάπου στο βυθό σου βρίσκονται τόσα πολλά μυστήρια πλάσματα. Τόσα πολλά «τέρατα» που κάποτε σε φοβάμαι ακόμα και εγώ.
Πλάκα κάνω. Δεν σε φοβάμαι.  Ξέρω πως τα ‘χεις δαμάσει τα τέρατα σου όπως μου δίδαξες και μένα να κάνω. Μια απ’ εκείνες τις ήσυχες βραδιές που με χάιδευες με τους αφρούς σου. Ένοιωθα σαν να μου λες: «μην τα σκοτώνεις τα τέρατα. Ξαναγεννιούνται πιο δυνατά, πιο επικίνδυνα. Να μάθεις να ζεις μαζί τους χρειάζεται. Να τα δαμάσεις. Να βρεις τον τρόπο να μην τα «ταΐζεις» ώσπου αυτά θα αλλάξουν σχήμα, θα γίνουν όπως εσύ τα θες. Και πριν με ρωτήσεις… Η απάντηση είναι Ναι. Ναι να ταΐζεις αυτά που σε κάνουν να νοιώθεις χαρούμενο. Και ναι η τροφή της ψυχή είναι τα συναισθήματα μικρέ μου».
Ο ήλιος έχει σχεδόν δύση. Βραδιάζει και έχω ξεχαστεί εδώ δίπλα σου. Παίρνω μια πέτρα και την πετώ. Κάνει ένα, δύο, τρία πηδήματα και καταλήγει στο νερό. «Τι με κοιτάς; Έχω χάσει την φόρμα μου. Καληνύχτα και εις το επανιδείν».
Βράδυ! Φεύγω σιωπηλός ακούγοντας τα κύματα σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου